Σε αλλαγή των κινήτρων για το πρόγραμμα ενεργειακής αναβάθμισης κατοικιών “εξοικονόμηση κατ’ οίκον” προσανατολίζεται η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, η αναβολή του οποίου έχει φέρει αλυσιδωτές παρενέργειες αλλά και αντιδράσεις σε μία ολόκληρη αγορά, μεταξύ της οποίας είναι και η αγορά κουφωμάτων. Η πρόθεση της Κυβέρνησης είναι να προχωρήσει όσο γίνεται γρηγορότερα η εφαρμογή του προγράμματος, αλλά το επικρατέστερο σενάριο είναι να δοθούν μόνο φορολογικά κίνητρα και όχι επιδοτήσεις, οι οποίες προβλέπονταν αρχικά για σπίτια με τιμή ζώνης έως 1.500 ευρώ/τ.μ. Σχετικές εισηγήσεις έγιναν την περασμένη εβδομάδα προς τον αρμόδιο υφυπουργό κ. Γιάννη Μανιάτη τόσο από φορείς της αγοράς και κυρίως από το Τ.Ε.Ε. μέσω του οποίου εκφράζονται και οι θέσεις της Ελληνικής Ένωσης Αλουμινίου, όσο και από τις εμπλεκόμενες υπηρεσίες του υπουργείου, καθώς φαίνεται δύσκολο να εξασφαλιστούν τα περίπου 400 εκατ. ευρώ, τα οποία ήταν ο αρχικός προϋπολογισμός της δράσης μέσω των Περιφερειακών Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του ΕΣΠΑ 2007 – 2013. Επίσης, τόσο οι επαγγελματικοί φορείς όσο και οι υπηρεσίες του υπουργείου, θεωρούν ότι και στη περίπτωση που εξασφαλιστούν τα απαραίτητα κονδύλια, θα ήταν ελάχιστες οι κατοικίες που θα μπορούσαν να πάρουν επιδότηση των επεμβάσεων που θα έκαναν, μπροστά στο μεγάλο ενδιαφέρον που εκδηλώθηκε. Έτσι, το ενδεχόμενο θέσπισης φορολογικών κινήτρων προκρίνεται σαν επικρατέστερο μέτρο και μάλιστα έχει τεθεί στο “τραπέζι” η πρόταση να επεκταθεί το πρόγραμμα και σε μεταγενέστερα του 1980 και μέχρι το 1990 κατασκευασμένα κτίρια, όπου εκεί πιστεύουμε υπάρχουν και οι μεγαλύτερες ανάγκες ενεργειακής αναβάθμισης. Σημερινές δηλώσεις του κ. Μανιάτη Ο κ. Γιάννης Μανιάτης Με σημερινές του δηλώσεις σε πρωινή εκπομπή του Mega Channel, o υφυπουργός Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής κ. Γιάννης Μανιάτης ανέφερε ότι οι υπηρεσίες του υπουργείου κάνουν αγώνα δρόμου ώστε το πρόγραμμα να ξεκινήσει πριν τα Χριστούγεννα και υπεραμύνθηκε της απόφασης προσωρινής αναστολής του, γιατί δεν είχαν εξασφαλιστεί τα απαραίτητα κονδύλια, παρά μόνο με προφορικές συμφωνίες με τις περιφέρειες απ’ όπου και θα προέρχονταν (κονδύλια του ΕΣΠΑ). Επίσης – όπως είπε – υπήρχαν σοβαρές ενστάσεις από το Τ.Ε.Ε. για τις τεχνικές προδιαγραφές του προγράμματος και δεν υπήρχε αξιόπιστο σύστημα υποστήριξης των πολιτών. Καταλήγοντας ο κ. Μανιάτης είπε: «Η όλη εφαρμογή του προγράμματος ήταν μία πολύπλοκη διαδικασία που η εφαρμογή της δεν θα είχε τα αναμενόμενα αποτελέσματα. Η δράση αφορούσε 1 εκατ. σπίτια, αλλά με το χρήματα που είχαν υπολογιστεί, ζήτημα είναι αν έφταναν για 15-20 χιλιάδες. Δεν υπήρχε επίσης κάποιο σύστημα αξιολόγησης των κτιρίων. Τώρα έχουμε ξεκινήσει εκ νέου διαβουλεύσεις με το Τ.Ε.Ε. και τους ενδιαφερόμενους φορείς και έχουμε ζητήσει να μας υποβάλουν τις προτάσεις τους μέχρι τις αρχές Δεκεμβρίου, ώστε να πάρουμε τις αποφάσεις μας για να ξεκινήσει το πρόγραμμα πριν τα Χριστούγεννα. Το κονδύλι όμως των 400 εκατ. ευρώ αποκλείεται να εξασφαλιστεί, ευελπιστούμε να εξασφαλίσουμε 50-100 εκατ. ευρώ που το θεωρώ εφικτό, αλλά εστιάζουμε στη θέσπιση φορολογικών κινήτρων όπως γίνεται και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, ενώ είμαστε και σε συνεννόηση με τον τραπεζικό τομέα για την δυνατότητα θέσπισης ειδικών χαμηλότοκων δανείων…». Σύμφωνα με τον κ. Μανιάτη, το πρόγραμμα θα έχει διάρκεια 4 ετών και από αυτό θα δημιουργηθούν 15 χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας. Στην ίδια εκπομπή έκανε παρέμβαση ο πρώην υπουργός κ. Χατζηδάκης που αντέκρουσε όσα υποστήριξε ο κ. Μανιάτης, λέγοντας ότι το πρόγραμμα ήταν έτοιμο και μπορούσε να εφαρμοστεί από 1ης Νοεμβρίου και αυτό θα το υποστηρίξει με στοιχεία σε συνέντευξη τύπου που θα δώσει αυτές τις μέρες από κοινού με τον πρών γεν. γραμματέα του υπουργείου κ. Μουσουρούλη. Παρέμβαση επίσης έκανε και ο πρόεδρος της ΠΟΒΑΣ κ. Στυλιαρογιάννης, που απάντησε χαρακτηριστικά στον υφυπουργό για τις 15 χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας που ανέφερε, ότι «εμείς σαν κλάδος, περιμένουμε την εφαρμογή του προγράμματος για να …διατηρήσουμε τις θέσεις εργασίας». Ζήτησε ακόμη ο κ. Στυλιαρογιάννης να επεκταθεί το πρόγραμμα και στα κτίρια τις περιόδου 1980 – 1990, γιατί «τα κτίρια αυτά τα πριν του 1980, είναι τα περισσότερα για γκρέμισμα και δύσκολα κάποιος θα επενδύσει για αλλαγή των κουφωμάτων τους…».